κατοικητήριο

κατοικητήριο
το (AM κατοικητήριον)
ο τόπος στον οποίο κατοικεί κάποιος, ο τόπος διαμονής, η κατοικία (ἐν παντὶ κατοικητηρίῳ ὑμῶν ἔδεσθε ἄζυμα», ΠΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α)-* + οικητήριον (< οἰκητήριον < οἰκητήρ), πρβλ. εν-οικητήριον].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • κατοικητήριο — το τόπος όπου κατοικεί κάποιος, κατοικία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κατοικητήρας — ο [κατοικώ] τόπος διαμονής, κατοικητήριο …   Dictionary of Greek

  • μίσκαν — μίσκαν, τὸ (Μ) κατοικητήριο, τόπος κατοικίας, ιδίως η σκηνή. [ΕΤΥΜΟΛ. < εβρ. miškan] …   Dictionary of Greek

  • ναός — Ο χώρος που είναι αφιερωμένος στη λατρεία του θεού, η κατοικία του θεού. Η έννοια του ν. συνδέεται γενικά με την έννοια του ιερού που, πιθανότατα, προηγείται και που σημαίνει έναν χώρο, συνήθως φυσικό, όπου η θεότητα εκδηλώνει την παρουσία και τη …   Dictionary of Greek

  • περισκήνιον — τὸ, Μ 1. στον πληθ. τὰ περισκήνια α) ορειχάλκινα κιγκλιδώματα στο θέατρο β) η ορχήστρα τού θεάτρου 2. μτφ. το ανθρώπινο σώμα ως κατοικητήριο τής ψυχής («ἐλύπει τὸν φιλόσοφον τὸ θνητόν περισκήνιον», Θεοφύλ. Σιμ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + σκηνή +… …   Dictionary of Greek

  • οικητήριο — το οίκος, κατοικία, σπίτι, κατοικητήριο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”